Όσοι είμαστε παιδιά των 90’s και πίσω, έχουμε στο μυαλό μας εικόνες σκληρής διασκέδασης, που πάντα την επόμενη ημέρα συνοδευόταν με θανατηφόρο hangover.
Προσωπικά θυμάμαι, ότι άναβα τον θερμοσίφωνα στις 3:00 πμ το βραδύ για να κάνω μπάνιο και να βγω κατά τις 4:00 πμ στα μπαρ και στα μπουζούκια, ανάλογα με το τι τράβαγε η ψυχή μου.
Αυτό που έχω ως έντονη ανάμνηση από τους θαμώνες των clubs, να διασκεδάζουν χωρίς αύριο, χωρίς κάποιο σφίξιμο στη συμπεριφορά, μήπως και κάποιος τους παρεξηγήσει.

Αναπολώ πολλές φορές την χαρά και την ευχαρίστηση, το μεγάλο χαμόγελο που άντρες και γυναίκες είχαν στα πρόσωπα τους, απολαμβάνοντας τη μυσταγωγία του ξενυχτιού.
Καλά, όταν έπεφτε το άσμα που σε κάποιον-α έκανε το κλικ μέσα του, η ζεμπεκιά και το ανέβασμα στο μπαρ πήγαινε σύννεφο.
Και τώρα που είπα ανέβασμα στο μπαρ, έχω οπτικοακουστικό υλικό εκείνης της χρυσής εποχής, που έβλεπες γυναίκες απελευθερωμένες ηθικά και πνευματικά να έχουν σκαρφαλώσει απάνω στα μπαρ που λεμέ και στο χωριό μου.
Ακόμη και στην επαρχία γινόταν της διασκέδασης το κάγκελο, σκέψου ποιοτικά και χωροταξικά τα μαγαζιά κάλυπταν τα γούστα των πρωτευουσιάνων, που πηγαίναν στα μπουζούκια Δ’ Εθνικής για να την βρουν.
Άσε που η καυλάντα και η ανάπτυξη διαπροσωπικών σχέσεων ήταν στο κόκκινο, κάτι που θα συζητήσουμε σε άλλο άρθρο.


Από μουσική; Ότι θες μανά μου! Από βλάχο – λαϊκό που είχε την τάση να εξελιχθεί σε μεγάλο πανηγύρι έως ρέιβ πάρτι! Βαλέ με το μυαλό σου τώρα εσύ γιατί διονυσιακά πάρτι μιλάμε!
Υπήρχαν παρτάρες μέσα σε γκαράζ και αποθήκες και πάντα αγωνιούσες αν θα πέσει η πρόσκληση στα χέρια σου, γιατί αυτό σήμαινε ό,τι η παρουσία σου είναι πολύ σημαντική.
Επίσης έβλεπες χρήμα. Πολύ χρήμα. Το κέρασμα δεν είχε σταματημό.
Καμάκι; Πάντα έφευγες φορτωμένος με ένα μωρό είτε του γούστου σου είτε όχι.
Όσο για τις γκαλερί των μπουζουκιών, μια μέρα πριν αγόραζες κουστούμι και σε περίπτωση που είχες και παραπάνω φράγκα, το έραβες κατά τα γούστα σου. Υπήρχε μια προετοιμασία που σε καύλωνε μέχρι να μπεις μέσα στο μαγαζί και να σου πουν, κύριε πρώτο τραπέζι μπροστά από τον αοιδό είναι η κράτηση σας.
Απόλυτη καύλα!

Κάτι που έχει λείψει τώρα και οι νεότεροι δεν θα το νιώσουν, είναι το σκληρό και άκαρδο face control που έπεφτε στην πόρτα. Τότε για να ανοίξει η πόρτα και για να σε καλωσορίσουν, φοβόσουν μη φας απόρριψη και δεν μπεις μέσα στο μαγαζί.
Έπρεπε να είχες μούρη.
Αν είχες και καμιά ξανθιά ύπαρξη από διπλά! ΑΣΤΟ! Ήσουν πολύ άντρας.
Η διασκέδαση τότε ήταν εφτά στα εφτά, δηλαδή από Δευτέρα έως Κυριακή το γλένταγες το σύστημα. Σκέψου η ασπιρίνη για να περάσει ο πονοκέφαλος πήγαινε τρένο.
Αυτό που συμπεράνω, είναι ότι εκείνη την εποχή, στους χώρους διασκέδασης, έκανες την επίδειξη πλούτου σου, πουλούσες τη μούρη σου και έκανες το κομμάτι σου ως φραγκάτος και γαμιάς.
Τώρα ξέρεις που μπορείς να το κάνεις αυτό έτσι; Μέσα στα social media και μάλιστα τσάμπα.
Η διασκέδαση τελείωνε όταν η νύχτα γινόταν μέρα.
Νιώθω λύπη που έχει εκλείψει αυτό το είδος διασκέδασης, γιατί ο συντηρητισμός της σύγχρονης κοινωνίας έχει σκοτώσει τη χαρά, δημιουργώντας ανθρώπους εθισμένους στο ίντερνετ.
